Ο Λογος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Μερος 3

Λένε ότι το να είσαι γονιός είναι σαν να χορεύεις. Εσύ κάνεις ένα βήμα, το παιδί σου κάνει το άλλο. Ανακάλυψα ότι το να κάνεις τους γονείς να αφιερώσουν ξανά τους εαυτούς τους στα παιδιά τους είναι μόνο το πρώτο μισό της υπόθεσης. Το άλλο μισό είναι να προετοιμάσεις τα παιδιά να ξαναδεχτούν τους γονείς τους.

Όταν ήμουν πολύ μικρός θυμάμαι ότι είχαμε ένα τρελό μπάσταρδο σκυλί που το λέγαμε “μαύρο κορίτσι”, μία διασταύρωση λύκου και ρητρήβερ. όχι μόνο δεν ήταν σπουδαίος φύλακας, αλλά ήταν ένα τόσο φοβισμένο και νευρικό πλάσμα που ήταν θαύμα πως δεν λιποθυμούσε κάθε φορά που κάποιο φορτηγό περνούσε τραντάζοντας το δρόμο, ή όταν μία καταιγίδα σάρωνε την Ιντιάνα. Η αδελφή μου η Janet κι εγώ δώσαμε τόση αγάπη, αλλά ποτέ δεν κερδίσαμε την πλήρη εμπιστοσύνη της, ένα συναίσθημα που της είχε κλαπεί από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της. Γνωρίζαμε ότι τη χτυπούσε. Δεν γνωρίζαμε με τι. Αλλά ότι και να ήταν, ήταν αρκετό για να ρουφήξει το πνεύμα από μέσα της.

Πολλά παιδιά σήμερα είναι σαν πληγωμένα κουταβάκια που έχουν αποκοπεί από την ανάγκη τους για αγάπη. Δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τους γονείς τους. Παρατημένα στην τύχη τους, αγαπούν την ανεξαρτησία τους. Έχουν ήδη προχωρήσει και έχουν αφήσει πίσω τους γονείς τους.

Έπειτα υπάρχουν ακόμα χειρότερες περιπτώσεις παιδιών που τρέφουν έχθρα και περιφρόνηση για τους γονείς τους, κι έτσι όποια τυχόν προσέγγιση επιχειρήσουν οι γονείς, αυτή θα τους γύριζε πίσω εμφατικά.

Απόψε, δε θέλω κανείς από εμάς να κάνει αυτό το λάθος.

Γι’ αυτό κάνω έκκληση στα παιδιά του κόσμου – ξεκινώντας από όλους εμάς εδώ – να συγχωρήσουμε τους γονείς μας, εάν νιώσαμε παραμελημένοι. Συγχωρέστε τους και δείξτε τους εσείς πως να αγαπήσουν ξανά.

Προφανώς δε ήταν και μεγάλη έκπληξη για εσάς να ακούσετε ότι και η δική μου παιδική ηλικία δεν ήταν ειδυλλιακή. Η δυσκολία και η ένταση που υπάρχει στην σχέση μου με ίδιο μου τον πατέρα έχει καταγραφεί πλήρως.

Ο πατέρας μου είναι σκληρός άνθρωπος και πίεσε πολύ εμένα και τα αδέλφια μου, από τη πιο μικρή ηλικία, να γίνουμε οι καλύτεροι επαγγελματίες.

Του ήταν εξαιρετικά δύσκολο να δείξει τρυφερότητα. Ποτέ δε μου είπε ότι με αγαπάει. Ούτε και με επαινούσε ποτέ. Αν έδινα ένα υπέροχο σόου, θα μου έλεγε ότι ήταν απλά καλό. Και αν έκανα ένα απλά καλό σόου, μου έλεγε ότι ήταν άθλιο.

Φαινόταν προσηλωμένος, πάνω απ’όλα, να μας κάνει εμπορικά επιτυχημένους. Και σε αυτόν τον τομέα ήταν κάτι παραπάνω από ειδήμονας. Ο πατέρας μου ήταν μανατζερ-ιδιοφυία και τα αδέλφια μου κι εγώ χρωστάμε την επαγγελματική μας επιτυχία, σε μεγάλο βαθμό, στον δυναμικό τρόπο με τον οποίο μας πίεζε. Με εκπαίδευσε σαν σόουμαν και υπό την καθοδήγησή του δε γινόταν να χάσω βήμα.

Αλλά αυτό που ήθελα εγώ στ’ αλήθεια ήταν ένας μπαμπάς.

Ήθελα έναν πατέρα που να μου δείχνει αγάπη. Και ο πατέρας μου δεν το έκανε ποτέ αυτό. Ποτέ δεν είπε “Σ’αγαπώ” κοιτώντας με στα μάτια, ποτέ δεν έπαιξε ένα παιχνίδι μαζί μου. Ποτέ δε με κουβάλησε στην πλάτη του, ποτέ δε μου πέταξε ένα μαξιλάρι, ή ένα μπαλόνι με νερό.

Αλλά θυμάμαι κάποτε όταν ήμουν περίπου τεσσάρων ετών, με πήγε σε ένα μικρό καρναβάλι και με σήκωσε και με έβαλε σε ένα πόνυ. Ήταν μία μικρή χειρονομία, πιθανόν κάτι που ξέχασε μετά από πέντε λεπτά. Αλλά εξαιτίας εκείνης της στιγμής, έχω μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου για αυτόν.Γιατί έτσι είναι τα παιδιά, τα μικρά πράγματα σημαίνουν τόσα πολλά για αυτά, και για μένα, εκείνη η μία στιγμή σήμαινε τα πάντα. Ήταν η μόνη φορά που το βίωσα, αλλά με έκανε να αισθανθώ πολύ όμορφα για αυτόν και για τον κόσμο.

Τώρα όμως είμαι και εγώ ο ίδιος πατέρας, και μία μέρα σκεφτόμουν τα δικά μου παιδιά, τον Πρινς και την Πάρις και τι θα ήθελα να σκέφτονται για μένα όταν μεγαλώσουν. Αναμφίβολα, θα ήθελα να θυμούνται πως τα ήθελα μαζί μου πάντα, όπου και να πήγαινα, πως πάντα προσπαθούσα να τα βάλω πάνω από οτιδήποτε άλλο. Αλλά στη ζωή υπάρχουν και προκλήσεις. Επειδή τα παιδιά μου καταδιώκονται από τους παπαράτζι, δεν μπορούν πάντα να πάνε μαζί μου σε ένα πάρκο ή στο σινεμά.

Τι θα γίνει λοιπόν αν μεγαλώσουν και μου θυμώσουν για το πως οι επιλογές μου είχαν αντίκτυπο στην νεαρή τους ηλικία; “Γιατί δε μας δόθηκε μία συνηθισμένη παιδική ηλικία, όπως σε όλα τα άλλα παιδιά;”, μπορεί να με ρωτήσουν. Και εκείνη τη στιγμή εύχομαι τα παιδιά μου να μου δώσουν το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Να πουν στον εαυτό τους: “Ο μπαμπάς μας έκανε ότι καλύτερο μπορούσε, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών που αντιμετώπισε. Ίσως να μην ήταν τέλειος, αλλά ήταν ένας ζεστός και αξιοπρεπής άνθρωπος, που προσπάθησε να μας δώσει όλη την αγάπη του κόσμου.”

Ελπίζω ότι πάντα θα επικετρώνονται στα θετικά πράγματα, στις θυσίες που συνειδητά έκανα για αυτά και δεν θα μου κάνουν κριτική για τα πράγματα που έπρεπε να στερηθούν ή για τα λάθη που έκανα και που σίγουρα θα συνεχίσω να κάνω μεγαλώνοντάς τα. Γιατί όλοι μας είμαστε το παιδί κάποιου, και γνωρίζουμε καλά ότι παρα τα καλύτερα σχέδια και προσπάθειές μας, πάντα θα προκύπτουν λάθη. Αυτό οφείλεται στο ότι απλά είμαστε άνθρωποι.

Και όταν σκέφτομαι αυτά ή το ότι ελπίζω ότι τα παιδιά μου δε θα με κρίνουν με δυσμενή διάθεση και ότι θα συγχωρήσουν τις ανεπάρκειές μου, αναγκάζομαι να σκεφτώ τον δικό μου πατέρα και παρά την αρχική μου άρνηση, υποχρεώνομαι να παραδεχτώ ότι σιγουρα θα με αγαπούσε. Με αγαπούσε και το ξέρω αυτό.

Υπήρχαν μικρά πράγματα που το αποδείκνυαν. Όταν ήμουν παιδί μου άρεααν πολύ τα γλυκά – σε όλους μας άρεσαν. Το αγαπημένο μου γλυκό ήταν τα γλασαρισμένα ντόνατς και ο πατέρας μου το ήξερε. Έτσι λοιπόν καθε μερικές εβδομάδες κατέβαινα στη κουζίνα το πρωί κι εκεί στον πάγκο υπήρχε μία σακούλα με γλασαρισμένα ντόνατς – χωρίς σημείωμα, χωρίς εξήγηση – απλά τα ντόνατς. Ένιωθα σαν να είχε έρθει ο Άγιος Βασίλης.

Κάποιες φορές σκεφτόμουν να μείνω ξύπνιος αργά τη νύχτα, για να τον δω να τα αφήνει εκεί, αλλά όπως και με τον Αγιο Βασίλη, δεν ήθελα να χαλάσω τη μαγεία από φόβο μήπως δεν το έκανε ποτέ ξανά. Ο πατέρας μου έπρεπε να τα αφήνει αργά τη νύχτα, για να την μπορεί κανεέις να τον δει με πεσμένες τις άμυνές του. Φοβόταν το ανθρώπινο συναίσθημα, δεν το καταλάβαινε ή δεν ήξερε πως να το χειριστεί. Αλλά ήξερε τα ντόνατς!

Και όταν αφήνω τις θύρες των αναμνήσεων να ανοίξουν, υπάρχουν και άλλες αναμνήσεις που έρχονται γρήγορα στο μυαλό μου, αναμνήσεις άλλων μικρών χειρονομιών, όσο ατελείς και να είναι, που δείχνουν πως έκανε ότι μπορούσε. Έτσι απόψε, αντί να επικεντρωθώ στο τι δεν έκανε ο πατέρας μου, θέλω να επικεντρωθω στα πράγματα που έκανε και στις προσωπικές του αλλαγές. Θέλω να σταματήσω να τον κρίνω.

Άρχισα να αναλογίζομαι το γεγονός ότι ο πατέρας μου μεγάλωσε στο Νότο, σε μία πολύ φτωχή οικογένεια. Ενηλικιώθηκε την περίοδο της οικονομικής ύφεσης και ο δικός του πατέρας που αγωνιζόταν να εξασφαλίσει τροφή για τα παιδιά του, έδειχνε ελάχιστη στοργή στην οικογένειά του και ανέθρεψε τον πατέρα μου και τα αδέλφια του με αυστηρή πειθαρχία.

Ποιος μπορεί να φανταστεί πως ήταν να μεγαλώνεις σαν ένας φτωχός μαύρος στο Νότο, που του έχουν αφαιρέσει την αξιοπρέπεια, του έχουν στερήσει την ελπίδα, και αγωνίζεται να γίνει άντρας σε ένα κόσμο που θεωρεί τον πατέρα μου υποδεέστερο. Εγώ ήμουν ο πρώτος μαύρος καλλιτέχνης που “έπαιξε” στο MTV και θυμάμαι πόσο σημαντικό θεωρήθηκε ακόμη και τότε. Και μιλάμε μόλις για τη δεκαετία του ’80!

Ο πατέρας μου μετακόμισε την Ιντιάνα και απέκτησε και αυτός μία δική του μεγάλη οικογένεια, δουλεύοντας ατελείωτες ώρες σε χαλυβουργία, μία δουλειά που σκοτώνει τους πνεύμονες και ταπεινώνει το πνεύμα, και όλα αυτά για να στηρίξει την οικογένειά του. Θα έπρεπε λοιπόν να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι του ήταν δύσκολο να εκφράσει τα συναισθήματά του; Θα έπρεπε να θεωρείται μυστήριο το ότι σκλήρυνε την καρδιά του, ότι ύψωσε τείχη στο συναίσθημα; Και κυρίως, θα έπρεπε να απορούμε άραγε γιατί πίεζε τους γιούς του τόσο σκληρά για να πετύχουν ως επαγγελματίες περφόρμερς, για να σωθούν από αυτό που ο ίδιος γνώρισε ως ζωή μέσα στην αναξιοπρέπεια και την φτώχεια;

Και άρχισα να καταλαβαίνω ότι ακόμα και η αυστηρότητα του πατέρα μου ήταν ένα είδος αγάπης, μία ατελής αγάπη οπωσδήποτε, αλλά πάραυτα ήταν αγάπη. Με πίεζε επειδή με αγαπούσε. Γιατί δεν ήθελε κανένας ποτέ να κοιτάξει με πριφρόνηση τον απόγονό του.

Και τώρα με τον καιρό και χωρίς πικρία, νιώθω ευλογημένος. Στη θέση του θυμού, ήρθε η άφεση. Και αντί για μνησικακία, προτίμησα τη συμφιλίωση. Και η αρχική μου οργή, σταδιακά παραχώρησε τη θέση της στη συγχώρεση.

Για το 4ο μέρος πατήστε ΕΔΩ